You can enable/disable right clicking from Theme Options and customize this message too.

Animmax Παραμύθια σελίδα

Το παιδικό παραµύθι

1. Τα χαρακτηριστικά του  Ένα από τα πιο αγαπητά στα παιδιά είδος έντεχνου λόγου είναι το παραµύθι, που είναι ένας “µύθος”, δηλαδή ένας λόγος ή και λόγια, που σκοπό έχουν να παροχετεύσουν των προσοχή εκείνου που το ακούει και να τον τραβήξουν µακριά απ’ ό,τι επίµονα τον απασχολεί ή τον βασανίζει, είτε αυτό ανάγεται στη σφαίρα των φυσικών ερεθισµών είτε στην περιοχή του ψυχικού του κόσµου.

“Παραµύθιον” στην αρχαιότητα σήµαινε λόγος παρηγορητικός, ενώ αργότερα, µέσα στη γενικότερη έννοια της “παραµυθίας” εντάχθηκαν όλες εκείνες οι φανταστικές διηγήσεις που σκοπό είχαν να παρασύρουν την ψυχή του ανθρώπου σ’ έναν κόσµο φανταστικό, µε σκοπό την ψυχαγωγία. Έτσι αναπτύχθηκε σιγά – σιγά ένα ιδιαίτερο λογοτεχνικό είδος, καθαρά λαϊκό, που αφού τροφοδοτήθηκε από τη λαϊκή φαντασία κι οδηγήθηκε σε µ ια τεχνική πληρότητα, κατάφερε να επιζήσει, περνώντας από γενιά σε γενιά, κυρίως µ ε τη στοµατική παράδοση, και να φτάσει ως τις µέρες µας, δίχως να χάσει σχεδόν τίποτε από την οµορφιά και τη γοητεία του. Από τα χαρακτηριστικά του παραµυθιού αναφέρουµε τα πιο βασικά: Το παραµύθι είναι µια διήγηση φανταστική και, κατά κανόνα, διασκεδαστική. Ενώ έχει όλα τα χαρακτηριστικά του διηγήµατος ή του µυθιστορήµατος, θεληµατικά αφήνει ν’ απουσιάζει απ’ αυτό ένα απαραίτητο στοιχείο της λογοτεχνικής αφήγησης: η αληθοφάνεια.

Ο σκοπός του παραµυθιού είναι να ευχαριστήσει και να διασκεδάσει, δίνοντας στους ακροατές του την ευκαιρία να ζήσουν σ’ έναν άλλο κόσµο, φανταστικό και ονειρώδη, µακριά από την πεζότητα ή τη σκληρότητα της καθηµερινής ζωής. Έχει την ελευθερία να διηγιέται τα πιο τερατώδη κι απίστευτα πράγµατα, δίχως τον παραµικρό περιορισµό και δίχως να εµποδίζεται από το χαλινάρι της αληθοφάνειας. Βρίσκεται δηλαδή “στους αντίποδες της λογικής” ή όπως αλλιώς λέγεται , ανήκει σ’ ένα “προλογικό” στάδιο της νοητικής εξέλιξης της ανθρωπότητας. Με τις ευτυχείς λύσεις που δίνει αναφτερώνει τις ελπίδες του ατόµου πως όλα είναι δυνατό ν’ αλλάξουν στο καλύτερο. Έτσι, συγγενεύει µ ε τα’ όνειρο. “παραµύθι κι όνειρο είναι δύο έννοιες µ ε κοινά χαρακτηριστικά”, έλεγε ο Laistner. Το παραµύθι δεν αναφέρεται σε ορισµένο πρόσωπο ή σε συγκεκριµένο τόπο και χρόνο.

Τα παραµύθια αρχίζουν κάπως έτσι: “Μια φορά κι έναν καιρό…”, “Κάποτε, σ’ έναν τόπο (σε µια χώρα), ήταν ένας …. (βασιλιάς, µυλωνάς, άρχοντας κτλ)”. Καµιά φορά αναφέρεται και το όνοµα του κεντρικού ήρωα ή των άλλων προσώπων του παραµυθιού, αλλά τα ονόµατα αυτά δεν έχουν σχέση µε το ιστορικό παρελθόν. Είναι µάλλον συµβολικά, πλασµένα έτσι που να εκφράζουν τον ψυχικό κόσµο του κάθε προσώπου του παραµυθιού ή τα εξωτερικά του, φυσικά γνωρίσµατα (Χιονάτη, Τριανταφυλλένια κτλ).

Το παραµύθι δεν έχει σκοπό τη διδαχή και στο σηµείο τούτο διαφέρει από µύθο και την παροιµία. Βασικός στόχος του είναι η ευχαρίστηση που δίνει στον ακροατή και γι’ αυτό από τους ειδικούς χαρακτηρίστηκε “προηθικό”. Βέβαια, συνήθως στο τέλος του παραµυθιού έρχεται σαν επιστέγασµα η δικαίωση ή η νίκη του ήρωα, αλλά τα µέσα που αυτός χρησιµοποίησε είναι δυνατόν να µην είναι θεµιτά ή σύµφωνα µ ε τους ηθικούς νόµους. Αυτό παρουσιάζεται ιδιαίτερα στα τσιγγάνικα παραµύθια. Τα παραµύθια “εξυπηρετούν συστήµατα λογικά και ηθικά απαράδεκτα” όπως αναφέρει ο Τάκης Γιαννακόπουλος στο βιβλίο του “Τα τσιγγάνικα παραµύθια” (Αθήνα, 1979). Ακόµα, είναι έξω από κάθε ηθική, όπως οι δηµιουργοί τους είναι έξω από κάθε κοινωνική συµβατικότητα.

2. Η γοητεία και η τεχνική του Ο Walter Scherf είπε στο 15ο “∆ιεθνές Συνέδριο για τη Νεότητα” (Ι.Β.Β.Υ.) (Αθήνα, 1976): “Αν παρατηρήσουµε παιδιά την ώρα που ένας καλός αφηγητής αρχίζει να διηγιέται ένα αληθινά µαγικό λαϊκό παραµύθι, εύκολα ανακαλύπτουµε ότι έχει αιχµαλωτίσει την προσοχή τους από την αρχή. Το γεγονός αυτό φανερώνει ότι από την απλή κιόλας ανακοίνωση για έναρξη ενός παραµυθιού ξυπνούν µέσα στα παιδιά βασικές προσδοκίες ή ότι ένα θεµελιακό ενδιαφέρον παγιδεύεται από τις πρώτες κιόλας φράσεις”. Αυτό συµβαίνει, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος µελετητής, γιατί το παραµύθι εκφράζει “τρόπους µύησης στην εξοµάλυνση βασικών οικογενειακών συγκρούσεων

. Σπρώχνοντας τα παιδιά στην απελευθέρωση από τους παλιούς ασφυκτικούς οικογενειακούς δεσµούς, τα βοηθά να βρουν το σωστό δρόµο προς τη χειραφέτηση, αναπτύσσοντας τη δική τους ατοµικότητα”. Το ότι τα ίδια θέµατα συγκινούν και τους µεγάλους, ο Walter Scherf το αποδίδει στο γεγονός ότι το παραµύθι “οδηγεί τον αναγνώστη του στις συγκρούσεις των παιδικών του χρόνων”, που οπωσδήποτε του έχουν αφήσει βαθιά ή επιπόλαια, πάντως ανεπούλωτα, ψυχικά τραύµατα. Η βαθιά αυτή δοµή του παραµυθιού φαίνεται πως συστοιχεί και µε το “νόµο της σύγκρουσης”, όπως παρουσιάζεται στο θέατρο.

Όπως αναφέρει ο Αµερικανός κριτικός του θεάτρου John Howard Lawson στο έργο του “Theory and Technique of Playwriting” (New York, 1960), το δράµα ή η τραγωδία του ατόµου αρχίζει από τη στιγµή που δηµιουργείται κάποια µεταβολή της ισορροπίας ανάµεσα στο άτοµο και το περιβάλλον του. Είναι δυνατό όµως το παραµύθι ν’ αποτελεί κι ένα είδος αναπλήρωσης για το άτοµο το αδύναµο µπροστά στην παντοδυναµία των στοιχείων της φύσης ή του κοινωνικού κατεστηµένου. Η εξουθενωτική πίεση που ασκούν αυτά επάνω του αναπληρώνεται ή εξουδετερώνεται από τα επιτεύγµατα της φαντασίας, που σταµατά ποτάµια, γκρεµίζει βουνά, σπάζει δεσµά φυλακής κλπ. Έτσι τονώνει το αυτοσυναίσθηµα, επιδρά παρηγορητικά στο άτοµο και το γεµίζει αισιοδοξία. Καθώς την ώρα της αφήγησης συντελείται το ψυχολογικό φαινόµενο της “προβολής”, το αδύναµο, ελαττωµατικό ή προβληµατικό και δυναστευόµενο άτοµο µετατίθεται φανταστικά στη θέση του ήρωα κι έτσι ξεπερνά φανταστικά και για λίγο τα προβλήµατά του. Η φαντασµαγορική παρέλαση µεσ’ απ’ τα παραµύθια χρυσοστόλιστων και καλοταϊσµένων βασιλιάδων, αρχόντων κτλ κάνει τα άτοµα που ακούνε, προβάλλοντας τον εαυτό τους σ’ αυτούς, να ξεχνούνε τη δική τους φτώχεια, γύµνια και δυστυχία.

Σήµερα, τη θέση του µαγικού φίλτρου ή του “τζινιού” πάει να πάρει το εξωκοσµικό µηχάνηµα ή ο “σούπερµαν” και η “βιονική γυναίκα”. Αυτό συµβαίνει γιατί αναζητούνται πρότυπα κι αναπληρώµατα, για να µπουν στη θέση των απλοϊκών αλλά παντοδύναµων δηµιουργηµάτων της λαϊκής φαντασίας. Μια άλλη ερµηνεία για τη γοητεία του παραµυθιού έρχεται από το χώρο της “Ψυχολογίας του βάθους” και ιδιαίτερα της Ψυχανάλυσης. Σύµφωνα µ’ αυτή, στα παραµύθια υπάρχει βαθύς “σεξουαλικός συµβολισµός”. Μια τέτοια ερµηνεία επιχειρεί, εκτός από άλλους, η Yvonne Verdier, αναλύοντας το γνωστό παραµύθι της “Κοκκινοσκουφίτσας”. Το ότι εξάλλου το παραµύθι εκφράζει τις κοινωνικές δοµές της εποχής κατά την οποία δηµιουργήθηκε δε χωρά καµία αµφιβολία.

Το παραµύθι είναι φαινόµενο κοινωνικό και η γέννησή του συνδέεται αναµφισβήτητα και άµεσα µε την εργασία και κυρίως µε τα γνωστά “νυχτέρια”.

Μία άλλη πηγή του παραµυθιού είναι ο παλιός καφενές. Τότε που µήτε γραµµόφωνα µήτε πικ-απ και τηλεοράσεις υπήρχαν οι θαµώνες περνούσαν τις ώρες τους ή τραγουδώντας οι ίδιοι ή λέγοντας ιστορίες αληθινές ή φανταστικές και ξεκοκκίζοντας τα κοµπολόγια τους. Το παραµύθι, έτσι όπως δηµιουργείται από τον ίδιο το λαό, εκφράζει τους πόθους, τις λαχτάρες και τα όνειρά του και παράλληλα τη βαθύτερη ψυχική ιδιοτυπία του.

Το νεοελληνικό παραµύθι διαµορφώθηκε στα χρόνια της τουρκοκρατίας κι έχει βασικά δύο πηγές: την ινδική και την αιγυπτιακή. Μια άλλη διαµόρφωση έχει πάρει το παραµύθι της Ευρώπης, που εκφράζει τις δοµές των Ευρωπαϊκών λαών κατά το Μεσαίωνα και στη συνέχεια την κρίση του φεουδαρχισµού και την άνοδο της αστικής τάξης. Τα βασικά δοµικά στοιχεία του σύγχρονου παραµυθιού είναι:

Η σύντοµη εισαγωγή ή προϊδέαση, που συνήθως ακολουθεί την εξαγγελία του παραµυθιού, π.χ. “Απόψε θα σας πω το παραµύθι….” κτλ. Ακολουθεί η διήγηση του παραµυθιού, που συνήθως παρουσιάζει στοιχεία στερεότυπα, όπως λ.χ. το τριττό της προσπάθειας ή των εµποδίων κτλ, στοιχεία που συναντώνται και στο δηµοτικό µας τραγούδι. Χαρακτηριστική είναι επίσης η παρουσία του τρίτου αδελφού, του πιο περιφρονηµένου µα και του πιο έξυπνου.

Το παραµύθι κλείνει πάντα µε νίκη του ήρωα και µε τη συνηθισµένη κατακλείδα: “Κι έζησαν αυτοί καλά κι εµείς καλύτερα”. Η δοµή αυτή δεν τηρείται στο τσιγγάνικο παραµύθι. Αυτό, ενώ είναι σκαρωµένο πάνω στο στυλ του ευρωπαϊκού παραµυθιού, ωστόσο ουσιαστικά κρέµεται στον αέρα. Λείπουν απ’ αυτό τα ουσιαστικά στοιχεία (προϊδέαση – κύριο θέµα – συµπέρασµα), γιατί οι ακροατές αυτών των παραµυθιών ενδιαφέρονται κυρίως για τις λεπτοµέρειες της περιπέτειας. Κλείνει απότοµα, χωρίς δικαίωση. ∆εν τελειώνει µε νίκη του ήρωα, που συχνά είναι σκληρός, απάνθρωπος, βάρβαρος. Μοιάζει έτσι µ ε τους “γραών ύθλους”, τα γεµάτα µωρολογίες παραµύθια που διηγούνταν οι γριές παραµάνες στα µικρά παιδιά στην αρχαία Αθήνα και για τα οποία δυσφορούσε ο Πλάτων.

3. Τα είδη του Τα στοιχεία που απαρτίζουν τα παραµύθια είναι κυρίως:

• Εθνολογικά, όπως αρπαγή γυναικών, ανθρωποφαγίες κτλ, που µας φέρνουν πίσω, σε πρωτόγονες καταστάσεις της ανθρωπότητας. Σχετικές απηχήσεις βρίσκουµε και στη µυθολογία, όπως π.χ. είναι η “Θυσία της Ιφιγένειας”, “Ο µύθος του Μινώταυρου” κ.ά.

• Μυθολογικά, δηλ. δοξασίες για τον ήλιο, το φεγγάρι, τους δαίµονες, τους δράκους, τον “Κάτω Κόσµο” κ.ά.

• Μαγικά, όπως µεταµορφώσεις, επενέργεια φίλτρων και βοτάνων κ.ά.

• Ονειρικά, όπως αγωνιώδεις περιπέτειες και καταδιώξεις, πετάγµατα στον αέρα, ατέλειωτα ταξίδια κ.ά.

• Λαϊκές αντιλήψεις στις διάφορες εποχές για την έννοια της παλικαριάς ή της δειλίας, της εξυπνάδας ή της κουταµάρας, της καλοσύνης ή της κακίας.

• Στοιχεία του λαϊκού πολιτισµού και των κοινωνικών και πολιτικών δοµών της κάθε εποχής και του κάθε τόπου.

Σύµφωνα µε αυτά, τα παραµύθια διακρίνονται σε:

• ∆ιεθνή, δηλαδή αυτά που, µε κάποιες παραλλαγές, τα συναντάµε σε όλα τα έθνη (π.χ. “Κοντορεβιθούλης”, “Σταχτοπούτα” κ.ά.).

• Ανατολίτικα (π.χ. “Τα παραµύθια της Χαλιµάς” κ.ά.).

• Παραµύθια από την αρχαία ελληνική µυθολογία, που είτε αποτελούν έµµεση διασκευή αρχαίων µύθων είτε τα στοιχεία τους βρίσκονται στην αρχαία
ελληνική µυθολογία ( π.χ. το παραµύθι του “Λιγοήµερου”, που αποτελεί απήχηση του αρχαίου µύθου του Μελέαγρου κ.ά.).

• Παραµύθια που προήλθαν από την αποσύνθεση παλιότερων µεσαιωνικών θρύλων, τραγουδιών ή επυλλίων (π.χ. το παραµύθι της “Ηλιογέννητης”, της “Μαργαρώνας” κ.ά.). Άλλα έχουν προέλευση το έπος του ∆ιγενή Ακρίτα.

• Τα νεοελληνικά παραµύθια, που πηγάζουν από το νεοελληνικό λαϊκό πολιτισµό.

• Τα παιδικά παραµύθια, που τα περισσότερα τους είναι έντεχνα δηµιουργήµατα διαφόρων συγγραφέων κι είναι απαλλαγµένα από πιθανές βίαιες κτλ σκηνές ή επεισόδια που είναι πιθανό να υπάρχουν στα άλλα παραµύθια.

 

Το παιδικό παραµύθι ως µέσο διδακτικής κουλτούρας/πολιτισµού
Αντωνοπούλου Πατρούλα, Εκπ/κός Π.Ε. Υπεύθυνη Αποκεντρωµένου Γραφείου Ι.Π.Ο.∆.Ε. Πατρών Πολυδώρου Μαρία, Εκπαιδευτικός Π.Ε. Γραµµατέας ΠΕΚ

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερα

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο